| Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010 14:14 |
Η αξία της ερευνητικής «Ιδέας» και η ανάγκη επίτευξης «Κρίσιμης Μάζας» σε Ερευνητικές ΔραστηριότητεςΗ επιστημονική και ερευνητική δραστηριότητα, τόσο στην Ελλάδα όσο και στους διεθνείς κύκλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ, UNESCO κλπ.), έχει ταυτισθεί με την ανάγκη της σύγχρονης κοινωνίας για την παραγωγή νέας γνώσης νέων τεχνολογικών λύσεων και της αναζήτησης απαντήσεων σε θεμελιώδη ερωτήματα. Πέρα όμως από την επίλυση προβλημάτων, την επίτευξη απαντήσεων ή την υποστήριξη της κοινωνικής ανάπτυξης, η «έρευνα» (στην όποια έκφανσή της, εξ’ ου και τα εισαγωγικά) είναι η διαδικασία σύλληψης, ανάπτυξης και εν τέλει αξιοποίησης της «Ιδέας». Το σύνολο των επιτευγμάτων (επιστημονικών, τεχνολογικών, κλπ.) διαδικασιών και τεχνογνωσίας σε όλους τους τομείς και επίπεδα πολυπλοκότητας μπορούν δυνητικά να αναχθούν σε μία μοναδική στιγμή όπου η διαδικασία της ερευνητικής αναζήτησης κατέληξε σε (ή ξεκίνησε από) μία ΙΔΕΑ.
Ο Δρ. Νικόλαος Κακιζής(PhD,MBA,MSc,BEng) είναι μέλος του επιστημονικού και ερευνητικού προσωπικού του Εθνικού Κέντρου Έρευνας Φυσικών Επιστημών «Δημόκριτος» και Εθνικό Σημείο Επαφής του 7ου ΠΠ της ΕΕ στην Ελλάδας αναφορικά με τη Θεματική Περιοχή 6: Περιβάλλον, συμπεριλαμβανομένης της Κλιματικής Αλλαγής. Μέχρι πριν μερικά χρόνια η ύπαρξη εθνικού προγράμματος έρευνας και των αντίστοιχων πόρων, επέτρεπε την ανάδειξη της ατομικότητας και της καινοτομικής σκέψης του ερευνητή ως ικανή και αναγκαία συνθήκη εκτέλεσης έρευνας και γενικότερου επιστημονικού έργου. Πιο συγκεκριμένα, αναφερόμαστε στα χρόνια που ακολούθησαν την εφαρμογή του Ν.1514/1985, ο οποίος παρεμπιπτόντως εξακολουθεί να αποτελεί το κανονιστικό πλαίσιο ανάπτυξης και διαχείρισης της έρευνας στην Ελλάδα. Η ένταξη και εναρμόνισή της Ελληνικής ερευνητικής προσπάθειας με τα ερευνητικά δρώμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), κυρίως από τα μέσα της δεκαετίας του ‘90, οδήγησε σε δραστική μείωση των εθνικών ερευνητικών κονδυλίων με παράλληλη ελαχιστοποίηση του όποιου σχεδιασμού εθνικών πρωτοβουλιών και πολιτικών. Η διαδικασία αυτή είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την ένταξη του συνόλου της εθνικής ερευνητικής προσπάθειας στα πλαίσια των διογκούμενων Πλαισίων Προγραμμάτων Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης (ΠΠ-ΕΤΑ) της ΕΕ (Framework Proggrammes for Research & Technological Development ). Τα ΠΠ της ΕΕ, αρχής γενομένης με το 1ο ΠΠ των αρχών της δεκαετίας του ‘80 διογκώθηκαν αναφορικά: • με τα ποσά των διατιθέμενων πόρων, Αναλύοντας το θέμα της πολυπλοκότητας δεν θα μπορούσαμε να μην συμπεριλάβουμε στην αναφορά μας τα όσα έχουν συντελεστεί τα τελευταία 20 περίπου χρόνια σε διεθνές και Ευρωπαϊκό επίπεδο στους τομείς: • της οικονομίας και της διαχείρισης των οικονομικών πόρων σε εθνικό, Ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, Από όλα τα παραπάνω καταδεικνύεται το γεγονός ότι η όλη προετοιμασία, υποβολή και (δυνητικά) υλοποίηση μίας πρότασης ερευνητικού έργου έχει καταστεί μία άκρως απαιτητική, ανταγωνιστική και επίπονη διαδικασία η οποία σε πολλές των περιπτώσεων αποτελεί τη μοναδική ίσως διέξοδο για πολλές ερευνητικές ομάδες στον Ελληνικό χώρο. Οι βασικοί λόγοι για αυτό είναι η περιοδικά ακριβής προκήρυξη προσκλήσεων υποβολής ερευνητικών προτάσεων ανά έτος, η ποικιλία χρηματοδοτικών προγραμμάτων (κυρίως στα πλαίσια του 7ου ΠΠ) τα οποία καλύπτουν διαφορετικούς σκοπούς και απαιτήσεις, οι αυτοματοποιημένες και μη υπέρμετρα γραφειοκρατικές διαδικασίες και κανόνες και τέλος, και το κυριότερο η παρουσία υποστηρικτικών (παροχή συμβουλών και διαμεσολάβησης) δομών στην μορφή των Εθνικών Σημείων Επαφής (ΕΣΕ). Αυξανόμενη πολυπλοκότητα, περισσότεροι κανόνες, αειφορία, διεπιστημονικότητα, οικονομοτεχνική εφικτότητα και σκοπιμότητα, δυνατότητες εκμετάλλευσης των αποτελεσμάτων της έρευνας (εμπορικής, βιομηχανικής, εκπαιδευτικής, κοινωνικής ή της όποιας άλλης). Πολλοί όροι, πολλές προϋποθέσεις, πολλές απαιτήσεις, αλλά όλα αυτά αφήνουν χώρο για την ανάδειξη και εξέλιξη της «Ιδέας», αφήνουν χώρο για την ανάδειξη και εξέλιξη του ερευνητή, αφήνουν τον απαραίτητο ζωτικό χώρο ανεπηρέαστης, καινοτόμου και ίσως απρόσκοπτης ερευνητικής αναζήτησης; Κάποιοι θα πουν «όχι», κάποιοι θα πουν «ίσως», κάποιοι θα απαντήσουν «δεν γνωρίζω». Το δεδομένο είναι ότι η υπάρχει η τάση η έρευνα, ως γενικότερη δραστηριότητα και πάντα μέσα στο πλαίσιο του παγκόσμιου οικονόμο-πολιτικού γίγνεσθαι, να κατευθυνθεί προς τον χώρο του «εφαρμοσμένου». Παρόλα αυτά, η βασική ερευνητική δραστηριότητα όπως αυτή εκφράζεται από τις προσπάθειες ενός ερευνητή ή μιας ολιγοπρόσωπης ερευνητικής ομάδας εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο προσοχής και χρηματοδότησης. Αναφερόμαστε φυσικά στο επίπεδο της ΕΕ όπου υπάρχουν μία σειρά εξειδικευμένων δράσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων. Επιχειρώντας μία μικρή αναδρομή στα Πλαίσια Προγράμματα (ΠΠ) της ΕΕ και στη φιλοσοφία υποστήριξης και χρηματοδότησης της έρευνας, παρατηρούμε ότι μέχρι και το 3ο ΠΠ (μέχρι το 1992) το χρηματοδοτικό πλαίσιο αφορούσε κυρίως την ανάπτυξη ερευνητικού δυναμικού και υποστήριξη της «Ιδέας». Το ορόσημο της ολοκλήρωσης της τότε Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και μετεξέλιξής τη σε Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ-1993) προϋπέθετε την ανάπτυξη και στήριξη των εθνικών ερευνητικών κοινοτήτων και κυρίως των ασθενέστερα (οικονομικά) χωρών. Το όλο πλαίσιο ήταν ανάλογο και ίσως αντίστοιχο των αντικειμενικών στόχων του (αρκετά σημαντικού ακόμα) πρόγραμμα εθνικών επενδύσεων και χρηματοδότησης της έρευνας. Η ερευνητική ιδέα αποτελούσε κεντρικό παράγοντα και η καινοτομία την απαραίτητη και αναγκαία συνθήκη της χρηματοδότησης ενώ παράλληλα και μέσω της χρηματοδότησης προσφέρονταν σημαντικά κίνητρα για την συνεργασία με άλλους φορείς σε Ευρωπαϊκό και διασυνοριακό επίπεδο. Στο 4ο ΠΠ η πρωταρχική επιδίωξη εντοπιζόταν στην δι’Ευρωπαϊκή συνεργασία για την στήριξη της Ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης του τομέα της έρευνας. Το 4ο ΠΠ συνέπεσε χρονικά με την έναρξη συστηματικής ενασχόλησης της Ελληνικής ερευνητικής κοινότητας με την ανταγωνιστική διεκδίκηση Ευρωπαϊκών ερευνητικών κονδυλίων και πόρων. Η Ελληνική επιτυχία κορυφώθηκε στο 5ο ΠΠ (1998-2002) κατά τη διάρκεια του οποίου επετεύχθησαν δυσθεώρητα ποσοστά επιτυχίας και αποτελεσματικότητας των προσπαθειών από Ελληνικής πλευράς. Η ένταξη των νέων κρατών μελών στις αρχές τις δεκαετίας του 2000 με την παράλληλη υλοποίηση του 6ου (2002-2006) και κατόπιν του 7ου (2006-2013) ΠΠ και των αντίστοιχων πολιτικών για την έρευνα σε επίπεδο ΕΕ έχουν δημιουργήσει σε ένα ιδιαίτερα ανταγωνιστικό πλαίσιο δραστηριοποίησης. Το φαινόμενο αυτό βέβαια ενισχύεται σημαντικά από το γεγονός ότι πλέον οι πόροι της ΕΕ είναι διαθέσιμοι στο σύνολο σχεδόν της παγκόσμιας ερευνητικής κοινότητας ενώ και η συμμετοχή και η απορρόφηση πόρων από χώρες γειτονικές της ΕΕ παρουσιάζει αυξητικές τάσεις. Το άμεσο και αναπόφευκτο ζητούμενο σε επίπεδο ΕΕ η επίτευξη «κρίσιμης μάζας» τόσο σε επίπεδο δημιουργίας και ανάπτυξης διεπιστημονικών ερευνητικών ομάδων όσο και στην επίτευξη οικονομιών κλίμακας και βέλτιστης διαχείρισης και χρήσης των μεγάλων ερευνητικών υποδομών, η υλοποίηση και λειτουργική υποστήριξη των οποίων απαιτεί απτά και μετρήσιμα αποτελέσματα τα οποία δεν περιορίζονται σε δείκτες όπως οι αριθμοί επιστημονικών δημοσιεύσεων ή ανακοινώσεων σε διεθνή συνέδρια. Φυσικά η έννοια της κρίσιμης μάζας δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο στα παραπάνω αλλά αφορά και την διασύνδεση με την κοινωνία, τη διασύνδεση με τη βιομηχανία και τους παραγωγικούς εταίρους, την εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης και πόρων και αρκετά ακόμα (τα οποία πιθανόν να αποτελέσουν αντικείμενο μελλοντικού άρθρου). Το διαμορφούμενο περιβάλλον, τα βασικά χαρακτηριστικά του οποίου συνοπτικά παρουσιάστηκαν παραπάνω, έχουν ήδη οδηγήσει την Ελληνική ερευνητική κοινότητα σε ένα σημαντικό σημείο καμπής, ιδιαίτερα κρίσιμο για το μέλλον της όπως επίσης και για την μορφή και τα χαρακτηριστικά της ερευνητικής προσπάθειας που καλείται να επιτελέσει. Πέρα από την διογκούμενη οικονομική και κοινωνική κρίση, η οποία προφανώς δεν αποτελεί πρόσφατη διαπίστωση ή εφεύρημα αλλά εξελισσόμενο φαινόμενο της τελευταίας δεκαετίας τουλάχιστον, η δραστηριοποίηση των Ελληνικών ερευνητικών ομάδων στο περιβάλλον των ΠΠ με σημαντικό έλλειμμα υποστηρικτικών δομών και αναχρονιστικό νομοθετικό περιβάλλον λειτουργίας, δεν προσφέρει λύσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς της. Προφανώς, δεν αναφερόμαστε στην ποιότητα του ερευνητικού δυναμικού σε επίπεδο ανθρώπινων πόρων αλλά στην ανάπτυξη της δυνατότητας πρόσβασης τους σε πόρους της ΕΕ και δραστηριοποίησής τους σε περιβάλλον διεθνών διεπιστημονικών ερευνητικών ομάδων. Αναφερόμαστε στο θέμα των υποδομών και των μηχανισμών υποστήριξης της έρευνας σε επίπεδο οικονομοτεχνικό, μελετών σκοπιμότητας και εφικτότητας, συμβουλευτικής υποστήριξης, κλπ. Δεν αναφερόμαστε σε διαχειριστικές αρχές με στείρο προσανατολισμό «λογιστικής» υποστήριξης και αποτίμησης των ερευνητικών δραστηριοτήτων αλλά στην δημιουργία του κατάλληλου διεπιστημονικού κλίματος και νοοτροπίας που είναι απαραίτητα για την βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής ερευνητικής προσπάθειας με παράλληλη αποκατάσταση της έρευνας ως σημαντικής πηγής προστιθέμενης αξίας για την Ελληνική οικονομία και κοινωνία. Σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και πριν από την έναρξη υλοποίησης του 5ου ΠΠ, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (European Commission) προέβλεψε μία τέτοια ανάγκη και προχώρησε στην δημιουργία υποστηρικτικών υποδομών όπως αυτές των Εθνικών Σημείων Επαφής (ΕΣΕ) (National Contact Points-NCPs), των κέντρων επιχειρηματικής καινοτομίας (Business Innovation Centers-BICs) και αρκετών άλλων. Πρωταρχικοί αντικειμενικοί στόχοι: • η ενημερωμένη, εξειδικευμένη και εξατομικευμένη διεπιστημονική συμβουλευτική υποστήριξη των Εθνικών ερευνητικών κοινοτήτων, Τα Ελληνικά ΕΣΕ αποτελούν την τελευταία δεκαετία γνώριμες δομές στην Ελληνική ερευνητική δραστηριότητα ενώ παράλληλα προσφέρουν σημαντικές υπηρεσίες συμβουλευτικής υποστήριξης και διαμεσολάβησης. Η σημασία και ο ρόλος των ΕΣΕ στο σύνολο σχεδόν των κρατών μελών της ΕΕ έχει επεκταθεί, αναπτυχθεί και υποστηριχθεί ποικιλοτρόπως τόσο μέσω πάγιων εθνικών χρηματοδοτήσεων όσο και υποστήριξης μέσω καταρτισμένων στελεχών. Παράλληλα η ανάδειξή τους σε εστιακά σημεία (focus points) ενημέρωσης, διαμεσολάβησης καθοδήγησης και εκπαίδευσης στα διαχειριστικά και χρηματοδοτικά πρότυπα της ΕΕ, σε νέες πολιτικές και σχεδιασμούς αλλά και σε θέματα διασφάλισης και εκμετάλλευσης πνευματικής ιδιοκτησίας, κλπ., τους έχει προσδώσει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη της όποιας εθνικής ερευνητικής δραστηριότητας και προσπάθειας. Δυστυχώς οι εν λόγω εξελίξεις δεν αφορούν την Ελλάδα η οποία αποτελεί μία από τα 3 μόλις κράτη μέλη της ΕΕ τα οποία προσφέρουν μόνο διαχειριστική αρωγή και υποστήριξη των Ελληνικών ΕΣΕ τα οποία επιτελούν ωστόσο αντιστρόφως ανάλογο έργο των θεωρητικών δυνατοτήτων τους με δεκάδες (ανά ΕΣΕ) ενέργειες υποστήριξης της Ελληνικής ερευνητικής προσπάθειας ανά έτος, ανά πρόγραμμα χρηματοδότησης και ανά κλάδο έρευνας (όπως αυτοί ορίζονται στο πλαίσιο του 7ου ΠΠ και το οποίο επίσης θα αναλυθεί σε μελλοντικό άρθρο). Καταλήγοντας, το να καταφύγουμε σε ευχολόγια εν μέσω τόσο δυσμενών συνθηκών σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο θα ήταν ίσως μη ρεαλιστικό. Το να θέσουμε όμως τις υπηρεσίες μας στη διάθεση των συναδέλφων μας, μελών της Ελληνικής ερευνητικής κοινότητας, με σκοπό την ανάπτυξη τη Ελληνικής συμμετοχής στα Ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά δρώμενα και την εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης για τις Ελληνικές ερευνητικές προσπάθειες αποτελεί πρωταρχικός στόχος όλων των Ελληνικών ΕΣΕ. Τα Ελληνικά ΕΣΕ επανδρώνονται από εξειδικευμένα στελέχη με πολυετή εμπειρία και κυρίως πληθώρα βιωμάτων. Ενόψει των τρεχουσών προσκλήσεων υποβολής προτάσεων ερευνητικών στα πλαίσια του 7ου ΠΠ τα Ελληνικά ΕΣΕ μπορούν να αποτελέσουν σημαντικές πηγές ενημέρωσης και συμβουλευτικής πληροφόρησης για την Ελληνική ερευνητική κοινότητα. |




























