| Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2008 10:44 |
Συμμετοχή επιχειρήσεων R&D στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση (Μέρος Α)(Μέρος Α) Η σημασία της έρευνας ως ευρωπαϊκή πολιτική Η ΕΕ φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο έρευνας, χωρίς εσωτερικά σύνορα, με απώτερο στόχο την αύξηση της απασχόλησης και ανταγωνιστικότητας στην Ευρώπη. Στο εσωτερικό αυτής της ζώνης έρευνας θα επιτευχθεί και ένας επιμέρους στόχος δηλ. η καλύτερη αξιοποίηση των επιστημονικών πόρων. Ο στόχος που τέθηκε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με την ανακοίνωση της 18ης Ιανουαρίου 2000: «Για έναν ευρωπαϊκό χώρο στον τομέα της έρευνας» (COM(2000) 6 τελικό) προϋποθέτει την ένταξη της έρευνας στην ακαδημαϊκή-πανεπιστημιακή εκπαίδευση και τη θέσπιση ανάλογων μηχανισμών. Σε εθνικό επίπεδο, όμως, για την υλοποίηση του χώρου, οι μηχανισμοί που προβλέπονται είναι αδύναμοι και ανενεργοί ενώ σε πολλές περιπτώσεις ανύπαρκτοι, με βασικότερο παράδειγμα αυτό της Ελλάδας. Ενώ, λοιπόν, η Επιτροπή πρότεινε στις 18 Ιανουαρίου 2000 τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού χώρου έρευνας, με κύριο σκοπό τη συμβολή στη διαμόρφωση ενός γενικού πλαισίου ευνοϊκότερου για την έρευνα στην Ευρώπη, θέτοντας μέσα στο πλαίσιο αυτό και την ενίσχυση και αξιοποίηση της συνεργασίας των επιχειρήσεων με τα ερευνητικά ιδρύματα και τα πανεπιστήμια τόσο της χώρας όσο και άλλων κρατών-μελών, αλλά και εκτός Ευρώπης, είναι αρκετά δύσκολο να ισχυριστεί κανείς σήμερα ότι υφίσταται πολιτική στον τομέα της έρευνας. Κατά συνέπεια, δυσχεραίνεται η προώθηση της ευρωπαϊκής οικονομίας και κοινωνίας, και πολύ περισσότερο δεν αναδεικνύεται, όπως αρμόζει, το Ελληνικό Πανεπιστήμιο και η ελληνική οικονομία και κοινωνία. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στον τομέα αυτό, προώθησε παράλληλα την έννοια της «αναγνωριστικής έρευνας» (Απόφαση 2006/972/ΕΚ του Συμβουλίου) η οποία αποβλέπει στην επίτευξη αποφασιστικής προόδου στους τομείς της επιστήμης, της τεχνολογίας και της μηχανικής, ανεξαρτήτως των διαχωριστικών ορίων μεταξύ των επιστημονικών κλάδων ή των γεωγραφικών συνόρων. Το πρόγραμμα σκοπό έχει να καταστήσει τους ερευνητές το επίκεντρο αυτής της διαδικασίας, καθώς εκείνοι παίρνουν τις πρωτοβουλίες για τις διάφορες ερευνητικές δραστηριότητες. Ο ρόλος της Επιτροπής στην εφαρμογή του προγράμματος συνίσταται, εκτός των άλλων, στη διευκόλυνση της προσαρμογής των εθνικών δομών έρευνας, στη δημιουργία ευρωπαϊκού συστήματος έρευνας, που να είναι ανταγωνιστικό σε παγκόσμια κλίμακα, στο να καταστήσει την Ευρώπη πόλο έλξης για τις βιομηχανίες και τις εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης και στην αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η κοινωνία στην Ευρώπη. Η δομή αυτής της ευρωπαϊκής πολιτικής στο χώρο της έρευνας προωθεί μια συνεκτικότερη χρησιμοποίηση των δημόσιων μηχανισμών και μέσων. Στο πλαίσιο αυτό, δημιουργήθηκε σε διακυβερνητικό επίπεδο μια σειρά ευρωπαϊκών οργανισμών επιστημονικής και τεχνολογικής συνεργασίας, όπως: το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για την Επιστήμη, ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος, κ.λπ. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι η ΕΕ επικεντρώνει το ενδιαφέρον της στον τομέα της έρευνας και της ανάπτυξης, αναπόσπαστο μέρος του οποίου είναι και η ακαδημαϊκή κοινότητα του κάθε κράτους μέλους στην ΕΕ και συνακόλουθα και της Ελλάδας. Όπως αποκαλύπτει ο αρμόδιος Επίτροπος για την Επιστήμη και Έρευνα, Janez Potočnik σύμφωνα με την «Καθημερινή», 16/04/08 το φθινόπωρο του 2007, «η Ελλάδα αποφάσισε να μεταθέσει το στόχο του 1,5%, από το 2010 στο 2015. Προκειμένου να επιτύχει το φιλόδοξο στόχο που έθεσε, η Ελλάδα θα χρειασθεί να υπερδιπλασιάσει τις σημερινές επενδύσεις σε E&Α και για το σκοπό αυτό είναι αναγκαίο να γίνουν μεταρρυθμίσεις στον ερευνητικό τομέα». Βεβαίως, εκτός από την απάντηση της Επιτροπής, δια στόματος του Επιτρόπου της, καταλυτικά είναι και τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat), σύμφωνα με τα οποία οι επενδύσεις στην Ε&Α στην Ελλάδα βρίσκονταν το 2006 μόλις στο 0,57% του ΑΕΠ, σε παρόμοιο δηλαδή επίπεδο με χώρες όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Πολωνία, ενώ σε ό,τι αφορά στις δαπάνες που αφορούν στις τεχνολογίες των πληροφοριών, υποχώρησαν το 2006 στο 1,2% του ΑΕΠ, δίνοντας στην Ελλάδα την τελευταία θέση στην Ευρώπη των 27. Η Ελλάδα διαθέτει σήμερα για έρευνα περιορισμένα μέσα και οι ερευνητικές της δομές πρέπει να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις για εφαρμογή της γνώσης σε σκοπούς οικονομικούς και κοινωνικούς. Είναι συνεπώς απαραίτητο να διευκολυνθεί η ενσωμάτωση της επιστημονικής–ακαδημαϊκής της κοινότητας στην υπόλοιπη Ευρώπη όσον αφορά στον τομέα της έρευνας.
|




























